3^ο ποίημα: έλα στη φτωχογειτονιά
3ο ποίημα: Έλα στη φτωχογειτονιά //
Poema No. 3 : Ven al villa...*
Μας κάναν αρι-θμούς, μας κάναν δε-δο-μέ-να
-Μηδενικά παρατεταμένα άρτια, αλγόριθμοι νεκροί-
Μας μεγαλώσανε σε έναν κόσμο που όλα είναι ψέμα
Μα ίσως μέσα σου να έχεις κάτι κι από σένα
-ένα άνθος, έναν ήλιο, μία ευχή-
Απλώς σ’αγάπησα γιατί έχεις το πιο πονεμένο βλέμμα
Το τσιρώτο με
καίει και έχει μαζέψει αίμα
Θα φύγω πριν
μου πεις το πρώτο ψέμα
Για αυτό φτιάξε τον δικό σου ήλιο και έλα να με βρεις
Θα είμαι πίσω στους δρόμους της αυγής
Εκεί που τα όνειρα τελειώνουν και η ζωή ξεκινά
Φτηνά τσιγάρα κι αντισηπτικά
Μπάλες που κλωτσάνε γυμνά παιδιά
Δάκρυα, φτηνά φιλμ και πορνοπεριοδικά
Κορίτσια που μεγάλωσαν πριν γίνουν δεκαεννιά
Μάνες που σφίγγουν την θηλιά
Χειμώνες που φύγανε χωρίς λόγια πολλά
Λογαριασμοί απλήρωτοι που φέραν παγωνιά
Απόψε έχει κ α τ α χ ν ι ά
Δεν αντέχω άλλο στη σκλαβιά
Το ρεύμα κόπηκε στη φτωχογειτονιά
Σιωπή
Σσσς , βρέχει
Άκου, άκου τις στάλες της βροχής
Είναι ο οιωνός μίας νέας εποχής
Φτιάξε τον δικό σου ήλιο όσο ακόμα είναι νωρίς
σ τ ρ ώ ν ε ι ς-
''Happy Together'' : μία Κινεζική ιδιωματική έκφραση που υποδηλώνει την έκθεση σε κάτι βαθύ,
προσωπικό και οικείο.}
Ή κάπως έτσι, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία άλλωστε
Καυτά απογεύματα που μας έλουζε ο Αργεντίνικος ήλιος μέσα από τις αραχνοΰφαντες κουρτίνες και τα ημι-κατεστραμμένα παράθυρα
Φόραγα απλά ένα κου-ρέ-λι που είχε κολλήσει πάνω μου από τον ιδρώτα
{Όπως κολλούσε και το κορμί σου πάνω μου όταν κάναμε έρωτα στα πατώματα του ξενοδοχείου}
Εσύ • ένα πουκάμισο κι ένα σβησμένο τσιγάρο στο στόμα
Πόσο σου πήγαινε, πόσο φώτιζε το μελαμψό δέρμα σου, τα γεμάτα χείλη σου, τα αυτόχθονα χαρακτηριστικά σου
Μου μάθαινες τάνγκο και βασικά στοιχεία υποκριτικής
Συχνά χάναμε τα βήματα και πατούσες τα γυμνά πέλματα μου
Κι έπειτα με σήκωνες, με έριχνες στο κρεβάτι και μου φιλούσες όλο μετάνοια και ενοχή τις πατούσες
Σπιθαμή προς σπιθαμή
Να μην αφήσεις ούτε κομμάτι σάρκας ακάλυπτο
Ύστερα ένα δαιμόνιο ξυπνούσε μέσα σου και ταραζόσουν ολόκληρος
Όλο το βράδυ κάπνιζες και ξεφυσούσες
Ήσουν ένας τρελός, ημίτρελος άντι-μάρτυρας καρφωμένος στην καρέκλα του
Καθόσουν δίπλα στο παράθυρο και το κίτρινο φως από τη λάμπα του δρόμου φώτιζε τα κλαμένα μάτια σου
Όλο κάπνιζες κι έκλαιγες
Σε άκουγα να ρουφάς τη μύτη σου όλο το βράδυι
Ενώ εγώ προσπαθούσα να κοιμηθώ
Το βρώμικο σεντόνι είχε κολλήσει πάνω μου
Έκλεινα τα μάτια μου κι η βοή μιας τρελής, ημίτρελης πόλης
Μίας ξένης, αλλόγλωσσης κι άλογης παράνοιας
(λες και η παράνοια θα μπορούσε να έχει ποτέ φωνή λογική-άλλωστε)
Με νανούριζε και εισέβαλε βίαια στα όνειρα μου
Άκουγα τα μικρά παιδιά να παίζουν μπάλα
Και να φωνάζουν
Και ήθελα τόσο πολύ κι εγώ να βγω να παίξω μαζί τους
Να απελευθερωθώ
Νιώθω- άρα είμαι- σαν ένα μικρό παιδί εγκλωβισμένο σε ένα γυναικείο σώμα
Δε θέλω να σκέφτομαι άλλο το σεξ και τις vises και τα φτηνά αεροπορικά και τις βαλίτσες
Θέλω απλά να γελώ και να τρέχω κι η αντίστοιχη παιδική σου φιγούρα να με τραβά από το χέρι
Να κρυβόμαστε σε στενά και να ανταλλάζουμε γλειφιτζούρια που μας χάρισε ένας άγνωστος κύριος
Αυτός με το καπέλο, ναι, που τον είδαμε σε έναν παρακάτω δρόμο
Μα η μαμά είπε να μη μιλάμε με αγνώστους
Και κυρίως να μη παίρνουμε τα γλυκίσματα που μας προσφέρουν
¿Μα ποιος είσαι τέλος πάντων?
[Έχω χαθεί στη προσωπικότητα σου, στις πολύπλευρες και βρώμικες πτυχές της]
Λίγο πριν το ξημέρωμα μάζεψες τη βαλίτσα σου- σαν αυτές τις δερμάτινες που βλέπουμε και στις ταινίες- κι έφυγες και χάθηκες στα Αργεντίνικα απόκοσμα-μα και κοσμικά στενά
Και εγώ
δε σε ξαναείδα
π ο τ έ
Έμεινε απλά το αποτύπωμα της σκιάς σου στο δωμάτιο
Κι η σκόνη σου
Η γαμημένη σκόνη σου
Να με στοιχειώνουν τα βράδια
Μαζί με τις φωνές των μικρών παιδιών και τη σκονισμένη μπάλα που πέφτει στο πεζοδρόμιο
Και τις μανάδες που κλαίνε και τον πατέρα που πίνει
Και την κόρη που επίσης κλαίει
Υπενθυμίζοντας μου πως δε πρόκειται να ξεφύγω ποτέ από αυτή τη γειτονιά
Από τα ληγμένα αντισυλληπτικά που δε δουλεύουν και τις εκτρώσεις
Το κλάμα, τη φτώχεια, τα φτηνά πακέτα τσιγάρα, τους χάρακες και τις γομολάστιχες που μαζεύουμε από τα σκουπίδια
Ελπίζοντας κάποτε ότι θα πάμε σχολείο
Και θα μάθουμε αριθμητική και ανάγνωση
"Σκάσε,
Δε σε αντέχω πλέον
Βούλωσε το"
Προστάζω την εαυτή μου για να κοιμηθεί
Στέκομαι μπροστά από τον βρώμικο και σπασμένο καθρέπτη του μπάνιου
Αντανακλάται η χλωμή κι επιρρεπής φιγούρα μου
"¿Γιατί κατάντησα έτσι ?"
Ένα ξυραφάκι και μία ανοιγμένη οδοντόκρεμα από κάτω
Χαζεύω τη ξεφτίλα αυτή που στέκει μπροστά μου
Τη μι-σώ
Την απεχθάνομαι
"¿Γιατί κατάντησα έτσι ?"
Κλαίω
Μύξες και δάκρυα
Με χαστουκίζω
¨Βούλωσε το ΓΑΜΩ"
"Παλιό ξεφτιλισμένη"
{Ουρλιάζω}
Ουρλιάζω, ουρλιάζω
ΟΥΡΛΙΑΖΩ
Ουρλιάζω μέχρι να βγουν όλα τα πονεμένα ουρλιαχτά από μέσα μου
Μέχρι να μην έχω άλλη δύναμη
Μέχρι να μη με απεχθάνομαι άλλο
Οι διπλανοί μου κάνουν παρατήρηση
"Callate por fin, queremos dormir'' {=Σκάσε επιτέλους, θέλουμε να κοιμηθούμε// ή κάπως έτσι}
Φοράω το πουκάμισο που ξέχασες-μυρίζει ακόμα το άρωμα σου-
Και χάνομαι στους δρόμους
Κι ας είναι βράδυ
Κι ας είμαι μόνη σε μία έρημη πόλη
Ακούγονται οι πρώτες στάλες της βροχής να πέφτουν στο πεζοδρόμιο και να τις καταπίνει ο υ-πό-νο-μος
Δεν αντέχω άλλο στη σκλαβιά
Στη σκλαβιά μίας νέας εποχής
Εγκλωβισμένων σωμάτων και συναισθημάτων
Και μυαλών
Μηχανοποιημένου σεξ
Καπότες με γεύση φράουλα
Και πορτοκάλι και μάνγκο
Το ρεύμα κόπηκε στη φτωχογειτονιά
Σιωπή
Σσσς , άκου
Βρέχει
Άκου, άκου τις στάλες της βροχής
Είναι ο οιωνός μίας νέας εποχής
Φτιάξε τον δικό σου ήλιο όσο ακόμα είναι νωρίς
Κι έλα να με βρεις
Θα είμαι στο καμαράκι και θα περιμένω
Ίσως να έχω μάθει και τάνγκο μέχρι τότε
Ώστε να μη μου πατάς τα γυμνά, πονεμένα πέλματα
Και να μη χρειαστεί να τα φιλάς όλο μετάνοια και τύψεις και βλέμμα γεμάτο ενοχή
Και ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΧΩ αυτό το βλέμμα }ουρλιάζω}
{με μία ανάσα} Αλήθεια, δε το αντέχω, δε λέω ψέματα, αλήθεια σου λέω {ψιθυρίζω} δε λέω ψέματα, στο υπόσχομαι, μη μου φιλήσεις ξανά τα πέλματα, μη, ΜΗ {σχεδόν κλαίγοντας}
Παύση
ΜΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗΣΕΙΣ ΞΑΝΑ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΤΑ ΠΕΛΜΑΤΑ {πλέον ουρλιάζοντας}
Παύση δεύτερη
Εισκπνοή
Εκπονοή
Εισκπνοή
Εκπονοή
.
.
.
{συνεχίζω ψιθυρίζοντας}
Μα
όταν εσύ
γ υ ρ ί σ ε ι ς
Με το πουκάμισο ανοιχτό στο στήθος, τη βαλίτσα στο χέρι, το σβησμένο τσιγάρο στο στόμα, και το βλέμμα πληγωμένο και βρώμικο
΄Ίσως και να
μην υπάρχω
π ι α
¿Ποιος ξ έ ρ ε ι?
Πάντως όχι εγώ
Ούτε εσύ προφανώς
Ούτε τα παιδιά που παίζουν μπάλα στους σκοτεινούς δρόμους
Ούτε οι διπλανοί που μαλώνουν και φωνάζουν
Ούτε ο πατέρας που πίνει
Ούτε η μάνα που σφίγγει τη θηλιά
Ούτε η κόρη που κλαίει
Κρυώνω, πρέπει να γυρίσω πίσω
Βαρέθηκα να σε περιμένω
Βαρέθηκα να ακούω ψιθυριστά αγνώστων σκιών στα βροχερά στενά
Βαρέθηκα
Buenas noches
Καληνύχτα
{Υ.Γ 1.Σε περιμένω
Υποτακτικά
Και υπομονετικά}
{Υ.Γ 2. Μην ανάψεις το φως όπως θα μπεις
Γιατί θα κοιμάμαι και θα ονειρεύομαι μία ζωή μακριά από αυτή την γειτονιά
Και δε θέλω να ξυπνήσω
Γιατί για μια στιγμή - θα πιστέψω πως είναι αλήθεια}
Για πάντα δική σου
{tuya siempre},
Η μικρή σου Ελ Ιλιρία Λούκας
-Καλοκαίρι 1997
Villa: αυτοσχέδιες, μη εγκεκριμένες συνοικίες στο Μπουένος Άιρες (κάτι παρόμοιο με τις βραζιλιάνικες φαβέλες) όπου οι κάτοικοι συχνά προέρχονται από φτωχές ή ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Αυτές οι περιοχές αποτελούν αποτέλεσμα κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, αντικατοπτρίζοντας τις ευρύ χάσμα και ρήγμα ανάμεσα στις κοινωνικές αστικές της Αργεντινής..
**Οι φωτογραφίες (πλην της πρώτης που προέρχεται από την ταινία Happy Together του Wong Kar Wai) είναι δικές μου και τις τράβηξα στο Παλιό Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων/Μουσείο Πάμπλο Πικάσο/Βαρκελώνη/Σεβίλλη
Cane Libero
2020








Πόσο όμορφο, έντονες εικόνες που μοιάζουν να διαδραματιζονται μπροστά σου και πόσο ωραία ταιριάζει η μουσική που επέλεξες. (ο τρόπος γράφεις μου θυμίζει το πολυαγαπημενο μας βιβλίο με το ψάρι)
ΑπάντησηΔιαγραφήΧαχαχαχαχα ευχαριστώ παρα πολυ , αμάν όμως με το βιβλίο με το ψάρι!!! Αχαχαχα σου έχει μείνει στο μυαλό ακόμα
ΔιαγραφήΊριδα,,,,,, είσαι μεγάλο πνεύμα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήευχαριστω παρα πολυ !
Διαγραφή