Φωσφορίζοντα Φεγγάρια

ι ρ ι δ ι σ μ ο ί

Γίνε πουλί μου Θάλασσα (Αμοργός 2020 μ.Χ)

Γίνε πουλί μου Θάλασσα (Αμοργός 2020 μ.Χ)



https://www.youtube.com/watch?v=P7S54U7WB8k&ab_channel=Lio
Γίνε πουλί μου θάλασσα και εγώ το ακρογιάλι
να 'ρχεσαι με τα κύματα στην εδική μου αγκάλη...



    
    Ζούμε περίεργες μέρες. Μέρες απίστευτες. Μέρες καταπιεστικές και μέρες βρώμικες. Μα και μέρες πανέμορφες, γεμάτες χαρά, χαμογέλα, φύση, ήλιο, εμένα, εσένα. Μέρες που θα γράψουμε στα μεταεφηβικά- και όχι μόνο- ημερολόγια μας. Μέρες που θα αφηγηθούμε στους τολμηρούς απογόνους μας και θα τραγουδάμε σε μεθυσμένες νύκτες σε κάποιο μικρό νησί στο Αιγαίο, στη Δονούσα με τα γαλαζοπράσινα νερά η στην μικρή, λευκή Ανάφη.



    Μέρες που ξυπνάμε και κοιμόμαστε με τις ειδήσεις για ένα νέο εμβόλιο, έναν νέο ιό, ένα νέο μέτρο. Μέρες που πνίγουμε τις σιωπές και τις καταπιεσμένες μας ορμές και αναμνήσεις σε μαξιλάρια, σε πικρό καφέ και σε ένα ψεύτικο ''καλά είμαι'΄ που θα πούμε  στη μάνα μας στο τηλέφωνο για να μη μας πρήζει και για να μη στεναχωρηθεί που έχουμε (πάλι) φρικάρει.  Σε ένα πονεμένο μα ειλικρινές χαμόγελο που θα δώσουμε στον υπάλληλο του σούπερ μάρκετ (πίστεψε με , το αληθινό και πηγαίο χαμόγελο έχει τη δύναμη να υπερνικήσει το οποιαδήποτε βιομηχανοποιημένο ύφασμα της μάσκας)  γιατί προσπαθούμε να διατηρήσουμε κάποια ψήγματα ανθρωπιάς και ευγένειας μέσα στην όλη απάνθρωπη και παράλογη κατάσταση που επικρατεί.

    Μα και μέρες που έβρεξε και άνοιξαν οι ουρανοί και γέμισε η πόλη μυρωδιές  από γιασεμιά και άδειασαν οι αστικοί δρόμοι . Και εμείς δε φοβηθήκαμε μη γίνουμε μούσκεμα, αλλά βγήκαμε στην καταιγίδα και τρέξαμε και αναπνεύσαμε καθαρό αέρα και τα μάτια μας κλαίγαν από ευτυχία και από συναίσθημα. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό δε νιώσαμε καταπιεσμένοι, μα μόνο ελεύθεροι.

Ελεύθεροι

Ελεύθεροι

    Μέρες που μας ξύπνησαν οι χρυσαφένιες ανταύγειες του ήλιου που χάιδευαν τρυφερά τα μισοκοιμισμένα μας πρόσωπα μέσα από το παράθυρο και εγώ ανέβασα τα στόρια και χάζεψα τον Άγιο Παύλο και την Άνω Πόλη μα και τις πολυκατοικίες στα ανατολικά πως λάμπανε κάτω από τον γαλάζιο ελληνικό ουρανό.

    Πύρινα μεσημέρια που τρέξαμε με το ποδήλατο μέχρι την Κρήνη και έτσι όπως αγναντεύαμε την απεριόριστη ορμή της θάλασσας, η οποία εκτεινόταν και χανόταν πέρα από τις οικοδομές και τα τσιμέντα και τις συγκοινωνίες και τη βαβούρα, έτσι όπως μυρίζαμε πράσινο και καθαρό ουρανό, έτσι όπως ο κόσμος γέλαγε και έπινε μπύρες στα γρασίδια, έτσι όπως οι εκθαμβωτικές ακτίδες φωτός παίξανε με τους τιρκουάζ κυματισμούς , ξαφνικά η θάλασσα και το φως και ο ατελείωτος και αέναος και αστείρευτος ελληνικός ήλιος αντανάκλασαν στα μάτια μου ολόκληρο το φετινό καλοκαίρι.

    Το καλοκαίρι που με γιάτρεψε και με μάγεψε και απέβαλε από μέσα μου όλα τα άγχη και τις φοβίες και γέμισε τις πληγές μου με καθαρό θαλασσινό νερό, ψημένη ρακή, βάλσαμο, ελιάΑιγαίο.

    Το καλοκαίρι που κολύμπησα γυμνή στην χρυσαφένια παραλία της Αντιπάρου -κι ας φυσούσε δυνατός αέρας ,κι ας είχε κρύο, κι ας πρήστηκαν οι αμυγδαλές μου μερικές μέρες ύστερα- γιατί ήταν η τελευταία μέρα στο μικρό αυτό σεληνιακό νησί. Η τελευταία μέρα στο μικρό αυτό νησί  στο κέντρο των Κυκλάδων και συνάμα η πρώτη μέρα στο νησί που μου χάρισε τέτοιες ομορφιές και συγκινήσεις  που ακόμα και σήμερα μιλώ για αυτές, γράφω για αυτές, τραγουδώ για αυτές. Ακόμα και σήμερα εξυμνώ τις ομορφιές εκείνες γιατί μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω να πορεύομαι ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές μου.

Πρωινό κολύμπι στην χρυσαφένια παραλία,
γύρω στις 7π.μ μετά από ξενύχτι στη ντισκοτέκ La Luna





Τελευταίο ξημέρωμα στην Αντίπαρο...



 Και ξαφνικά, μαζί με το νησί εκείνο , θυμήθηκα το ποια ήμουν εγώ τότε, μια φιγούρα λιγάκι αλλιώτικη, πιο μαυρισμένη, πιο ανάλαφρη. Μια φιγούρα που όλο γελούσε και κολυμπούσε γυμνή και ελεύθερη στην Αγία Άννα μαζί με τις γάτες και τα κύματα, και όταν η θάλασσα την ξέβρασε στην ακτή, ξάπλωσε το κορμί της στα πολύχρωμα βότσαλα και οι γλαφυρές ανταύγειες του ήλιου έγλειφαν το θνητό της σώμα και το σμίλευαν σαν αρχαίο ελληνικό άγαλμα.




 Εκείνη τη μέρα, θυμάμαι, λίγο πριν δύσει το πύρινο κέντρο του κόσμου μας, ανεβήκαμε ιδρωμένοι και βρεγμένοι τα σκαλοπάτια για την Παναγία Χοζοβιώτισσα. Ο καυτός ελληνικός ήλιος έκαιγε το μέτωπο μας και βάραινε τη μορφή μας, μα εμείς συνεχίζαμε ακάθεκτοι την πορεία μας, με γέλια , φωνές, φωτογραφίες, ειλικρινή, αυθεντικά χαμόγελα.














    Όταν τα γυμνά μας πόδια πάτησαν και το τελευταίο σκαλοπάτι, ένα λευκό, κατάλευκο μοναστήρι και το βαθύ ελληνικό μπλε μου άνοιξαν απλόχερα τα χέρια και με προσκάλεσαν στη μητρική αγκαλιά τους





    Περιπλανηθήκαμε στους ιερούς χώρους και στα δωμάτια της Παναγίας και στο τελευταίο μικρό καμαράκι ένα όμορφο, αγνό παπαδοπαίδι, Δαυίδ το όνομα του, μας κέρασε γλυκιά ρακί και λουκούμι τριανταφυλλένιο.  Και εγώ γελούσα και του ζήτησα να μου βάλει κι άλλη ρακί κι ας ήμουν ήδη μεθυσμένη από τον ήλιο και την ευτυχία, και η Άρτεμις με κορόιδεψε και μου είπε ότι δεν είμαστε σε μπαρ και εγώ γελούσα ακόμα πιο δυνατά και αληθινά και πηγαία.

    Όταν βγήκαμε από το μοναστήρι, ο ήλιος είχε ήδη πέσει. Κατεβήκαμε γλυκά και ήσυχα τα σκαλοπάτια που πριν από λίγη ώρα ανεβήκαμε αγκομαχώντας, χαϊδέψαμε τις γάτες, απορροφηθήκαμε για μία ακόμα φορά από την ομορφιά του Αιγαίου, μία ομορφιά που σε κατακλύζει σωματικά και πνευματικά, γεμίζει κάθε σπιθαμή του σώματος , του μυαλού και της ψυχής σου συναισθήματα , μυρωδιές, νησιώτικους ήχους, φωτεινές αναμνήσεις.

    Ένα στενό πιο κάτω ύψωσα τον αντίχειρα μου και έκανα οτοστοπ σε άγνωστες μα και γνωστές φάτσες, καθώς πλέον όλοι είχαμε γνωριστεί στο νησί και είχαμε γίνει μία όμορφη συντροφιά.

    Το παπαδόπαιδο που πριν μας κέρασε ρακί μας πήρε στο αμάξι του και μας κατέβασε μέχρι τη Χώρα. Στη Χώρα. Ω, μα τι Χώρα θέε μου. Λευκοί Μήλοι που στέκανε περήφανοι απέναντι στον άνεμο που τους βολόδερνε, ευωδιαστά λουλούδια, γαλανόλευκα μικρά ξωκλήσια, το ζαχαροπλαστείο της Καλλιστούς, γραφικά μαγαζάκια που σέρβιραν ταλαγάνι με μαρμελάδα φράουλα και Αμοργιανή ρακή με τη συνοδεία νησιώτικης παραδοσιακής μουσικής.

    Μας πρότεινε να φάμε στο Τρανζιστοράκι και εμείς περιπλανηθήκαμε μέσα στα απόκοσμα στενά με τα μαγιό και τα λουλουδένια μας φορέματα. Απόκοσμα, σαφώς, ναι, καθώς τα επουράνια αυτά στενά  δεν ήταν σίγουρα βγαλμένα από τον δικό μας θνητό κόσμο.



     



  

 
    Μεθύσαμε με τους ήχους, το μπουζούκι που έπαιζε κάθε δεύτερο στενό, τον τζουρά, τις μυρωδιές μέσα από τα μαγειρεία. Ένιωθα σαν να ήμουν ένα μικρό αερικό και εκείνη ήταν η πρώτη μέρα που είχα έρθει στη Γη, καθώς δεν είχα ακούσει ξανά τέτοια τραγούδια, δεν είχα γευτεί ξανά τέτοιες γεύσεις, δεν είχα δει ξανά τέτοιο ηλιοβασίλεμα, δεν είχα μυρίσει τέτοια άνθη, δεν είχα αγγίξει τέτοιους λευκούς κατάλευκους τοίχους. Με άλλα λόγια, δεν είχα νιώσει ποτέ ξανά τέτοια συγκίνηση, τέτοια ρίγη, τέτοια συναισθηματική πληρότητα.

    Περπατούσαμε πολύ ώρα σαν υπνωτισμένες στα Αμοργιανά στενά, μέχρι ο ήλιος να πέσει πίσω από τους λευκούς Μήλους και τα πελάγη και εμείς να καθίσουμε σε ένα μικρό τραπεζάκι κάτω από κάτι όμορφα λουλούδια που μάλλον ήταν γιασεμιά, το πιο όμορφα λουλούδια σε ολάκερο τον κόσμο.



                                                                                             




 
    Και κάπως έτσι πέρασαν τα περισσότερα απογεύματα μας. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, υψώναμε τον μαυρισμένο μας αντίχειρα , τηλεμεταφερόμασταν στη Χώρα, και κάναμε βόλτες ξανά και ξανά στα ίδια στενά, χωρίς να μιλάμε, καθώς η μαγεία αυτού του νησιού μας είχε κλέψει τη λαλιά και μας έκανε να αισθανόμαστε σαν νεράιδες-πρωταγωνίστριες σε ένα όνειρο θερινής νυκτός.

    Μονάχα ένα απόγευμα δεν είδαμε ηλιοβασίλεμα στη Χώρα.  Εκείνο το απόγευμα , θυμάμαι, έβγαλα το μαγιό μου και βούτηξα  από έναν βράχο δέκα μέτρων στη παραλία του Μούρου και όλοι φώναζαν και χειροκροτούσαν γιατί είχα πηδήξει από το πιο ψηλό σημείο. Και εγώ γελούσα και φώναζα ακόμα πιο πολύ, παρόλο που είχα σκάσει με την πλάτη και μου είχε κοκκινίσει όλος ο κώλος από την απότομη πτώση.

    Όταν έβαλε αέρα και άρχισε να σκοτεινιάζει, μαζέψαμε τα πράγματά μας και κάναμε οτοστόπ στα παιδιά που γέλαγαν και βουτούσαν μαζί μας από τον ψηλό βράχο του Μούρου.

  


  Πήγαμε μαζί τους στην Αρκεσίνη,  σε ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Αμοργού, στη νότια και ακόμα πιο άγρια πλευρά της. Φάγαμε κατσικάκι σε μία γραφική ταβερνούλα, στο Πυργί και ο ήλιος έπεφτε πίσω από υψώματα και τους λοφίσκους και χανόταν στο απέραντο Αιγαίο. Ήπιαμε λευκό κρασί και όλο γελάγαμε , τρώγαμε, πίναμε, συζητάγαμε για συναυλίες και για τις ομορφιές αυτού του νησιού- είναι αλήθεια μαγικό το πως η αγάπη μας για κάτι τόσο όμορφο και αγνό μας ένωσε με ένα σωρό αγνώστους που τελικά κάποιοι από αυτούς γίνανε γνωστοί ,άλλοι φίλοι αδελφικοί και άλλοι εραστές, και ακόμα και σήμερα θυμόμαστε τα πρόσωπα και τα ονόματα τους χάρη σε αυτό τη νησί. 




    Όταν είχε βραδιάσει πια για τα καλά κάτι απίθανοι μουσικοί, κάτι νέα παιδιά γύρω στα είκοσι παίξανε  την πιο ψυχεδελική, την πιο όμορφη, την πιο νησιώτικη και αληθινή μουσική που έχουν ακούσει ποτέ τα αυτιά μου και εγώ δε μπορούσα να σταματήσω να νιώθω τόσο συγκινημένη , εκστασιασμένη, ελεύθερη.

    Όντας μισοζαλισμένοι από τα κρασιά και την ευτυχία που η άγρια ομορφιά και φύση αυτού του νησιού φύτρωσε μέσα μας, ξεκινήσαμε για τον γυρισμό μας προς την ταπεινή Αιγιάλη. Παρόλο που ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλον στο αμάξι, η Άρτεμις με είχε στην αγκαλιά της , τα παράθυρα ήταν κατεβασμένα και φυσούσε πολύ, πάρα πολύ, τα μαλλιά μου βρεγμένα , το κεφάλι μου κοιμισμένο από το κρασί και τις στροφές και τις μουσικές που ακόμα ηχούσαν στα αυτιά μου, εγώ δε μπορούσα να σταματήσω να νιώθω ότι ένας καρπός γλυκιάς, απεριόριστης ελευθερίας είχε ανθίσει μέσα μου. 

    Ήμουν ευτυχισμένη. Κάθε δευτερόλεπτο που ανέπνεα τον καθαρό αέρα αυτού του νησιού, ήμουν πραγματικά ευτυχισμένη. Και μονάχα αυτό μετρούσε.

*


    Θυμάμαι το τελευταίο ηλιοβασίλεμα που είδαμε στη Χώρα. Είχαμε τρέξει με τις πλαστικές, ετοιμόρροπες σαγιονάρες μας μέσα σε δέκα λεπτά από το Κάστρο της Χώρας στους Μήλους για να προλάβουμε να δούμε τον ήλιο να εξαφανίζεται μέσα στη σκοτεινή θάλασσα. Σκαρφαλώσαμε στο πιο ψηλό σημείο του ήλιου και φυσούσε αγέρας δυνατός και ορμητικός που σήκωνε το λουλουδένιο μου φόρεμα και έκανε το ροζ μαντήλι μου ανεμίζει και να χορεύει σαν φτερό, σαν ένα πολύχρωμο θαλασσοπούλι. 



 Άπειρος κόσμος, νέοι, γέροι, παιδιά, οικογένειες, ζευγάρια, φίλοι, Έλληνες, Ισπανοί, Γάλλοι, όλοι είχαν στηθεί ακίνητη και περίμεναν την φύση να ξεδιπλώσει το φωτεινό μεγαλείο της. Κάποια παρέα έβαλε να παίζει το Heaven Gonna Burn Your Eyes από τους εξωτικούς Thievery Corporation. Και τότε, ένας πύρινος, κόκκινος, ροζ κύκλος ξεκίνησε να διαγράφει ελλειπτική πορεία μέχρι που βυθίστηκε πίσω από τα βουνά και μέσα στην πανάρχαια θάλασσα.





    Εκείνη τη στιγμή, εγώ δε μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο συγκινητικό είναι που  ακριβώς την ίδια στιγμή με μένα χιλιάδες άλλοι άνθρωποι θαύμαζαν το ίδιο ηλιοβασίλεμα στη Σίφνο, στη Σέριφο, στην Θύρα, στη Φολέγανδρο, ή σε κάποια άλλη, ορεινή, μαγευτική πλευρά της Ελλάδας, στα απομονωμένα Πομακοχώρια στην μακρινή Θράκη, στο Ζαγόρι στην βουκολική Ήπειρο, στο παρθένο Πήλιο, σε κάποιο βακχικό βουνό ή σε κάποια νυμφική ακτή της μητέρας Κρήτης 





    Το ίδιο βράδυ, αφού είχαμε επιστρέψει στην Αιγιάλη, κάναμε οτοστόπ για να ξαναπάμε στη Χώρα, καθώς αυτή η αστείρευτη ενέργεια της που μας γαλήνευε την ψυχή και μας ομόρφαινε το πνεύμα μας τραβούσε διαρκώς κοντά της.

    Θυμάμαι εκείνο το βράδυ είχαμε αγοράσει πορτοκαλόπιτα από το πανέμορφο αυτό ζαχαροπλαστείο που λεγόταν Καλλιστώ και ήταν χωμένο σε ένα μικρό στενό. Είχαμε ξεπεζέψει έξω από ένα λευκό σπιτάκι με μπλε παράθυρα, το μπουζούκι από κάποιο διπλανό στενό μας υπνώτιζε , εμείς τρώγαμε το γλυκό μας και ένα χαμόγελο είχε κολλήσει στα δυο τρυφερά μας χείλη. Μία κυρία που είχαμε γνωρίσει πριν από μερικά απογεύματα πέρασε με τον μικρό της σκύλο και μας είπε ότι χαίρεται πολύ που μας βλέπει συνέχεια στη Χώρα. Και τότε εγώ της είπα, όλο χαρά, ενθουσιασμό και αυθορμησία, ότι θα αγοράσω ένα μικρό σπιτάκι στη Χώρα και θα μείνω για πάντα εδώ.

    Οι οτοστόπερς (έτσι τους αποκαλούσαμε παιγνιωδώς) που μας μετέφεραν εκείνο το βράδυ στη Χώρα ήταν κάτι πολύ συμπαθητικά παιδιά - σε έναν από, μάλιστα,  αυτούς έτυχε να ξανακάνω οτοστόπ κάποιες μέρες αργότερα στην άγρια, τρελή Νικαριά. 

    Όταν μπήκαμε μέσα στο όχημα, παίζανε τον δίσκο του Κωνσταντή Παπακωνσταντίνου και συγκεκριμένα το Αγάπησα την 'που καρκιάς και τότε κάτι πολύ οικείο, κάτι πολύ ζεστό και ανθρώπινο ένιωσα να αναδύεται μέσα μου. Ένιωσα, θυμάμαι, ότι κάπου τους είχα ήδη γνωρίσει και αμέσως ρώτησα την κοπέλα μου καθόταν δίπλα μου, κι ας ήταν σκοτάδι και να μην έβλεπα το πρόσωπο της, αν την λέγαν Δανάη.

 "Ναι!" αναφώνησε ενθουσιασμένη, αλλά τελικά δεν ήταν η Δανάη που νόμιζα και ήταν απλή συνωνυμία με μία γνωστή φυσιογνωμία μου που επίσης γνώρισα σε κάποιο άλλο αμάξι, αυτή τη φορά στη Κομοτηνή, κάπου στη μακρινή Θράκη. 

    Ακόμα και σήμερα συζητάμε το γεγονός αυτό με την Άρτεμη. Είναι αλήθεια μυστηριώδες και μαγικό το πως νιώσαμε εκείνο το βράδυ σε εκείνο το οτοστοπ, λες και μία μαύρη, γαλαξιακή τρύπα άνοιξε στον χωροχρόνο του ονείρου και μας συνέδεσε με κάποιον περίεργο, ανεξήγητο τρόπο με εκείνα τα παιδιά, με εκείνα τα εξίσου μαγικά πλάσματα. 

    Και κάπως έτσι, μαγεμένες, χαμένες, ερωτευμένες με το Νησί αυτό, τους ανθρώπους, τα φαγητά, τους ήχους, τις μυρωδιές, τις ακτές του, μας πήρε γλυκά ο ύπνος σε κάποια στροφή αρκετή ώρα πριν φτάσουμε στη γραφική Χώρα.

   


     Ίσως ο κόσμος να έχει βαρεθεί να το ακούει, ίσως να επαναλαμβάνομαι, ίσως κάποιοι να μη μπορούν απλά να το αντιληφθούν γιατί δεν έχουν βιώσει ποτέ κάτι τόσο έντονο και αγνό , μα εγώ, μετά από την επίσκεψη μου σε εκείνο το νησί, απλά δε μπορώ να σταματήσω να νιώθω τόσο μαγεμένη και ελεύθερη. 

    Ακόμα και στις σκοτεινές μου μέρες, ακόμα και μέσα στις πιο αγχώδεις σκέψεις μου, οι αναμνήσεις από εκείνο το καλοκαίρι, οι αναμνήσεις από εκείνο το νησί, εκείνον τον μαγικό, παρθένο τόπο, πάντα καταφέρνουν και διώχνουν την παράνοια και την φρίκη και με επαναφέρουν γλυκά στην πραγματικότητα, η οποία για εμένα δε θα πάψει ποτέ να είναι φωτεινή και όμορφη.


Ίριδα (Δαγρέ) Παππά// Cane Libero

2021



*Όλες οι φωτογραφίες είναι οι δικές μου και της Αρτεμούλας και τραβήχτηκαν το φετινό καλοκαίρι στην πανέμορφη και μοναδική Αμοργό*






Σχόλια

  1. ο,τι πιο όμορφο διάβασα σήμερα.. έχεις μεγάλο ταλέντο Ίριδα, εύγε, χαίρομαι για τον τόσο όμορφο τρόπο σκέψης και έκφρασης σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις