Ακούς πως ανασαίνει το μυαλό μου;
Ακούς πως τραγουδάνε
και
χορεύουν
και
παρασέρνονται από τον άνεμο οι ίριδες των ματιών μου;
''Εγώ τις ακούω πάντως '' σου ψιθυρίζω τρυφερά, στη γλώσσα που μόνο οι κρυφοί εραστές μπορούν να μιλήσουν.
Ακούς πως ονειρεύονται τα χείλη μου;
Με ακούς;
Εγώ με ακούω συχνά, μάλλον.
Θέλω να μυρίσω χρώματα και να γευτώ τραγούδια που δεν έχουν γραφτεί ακόμα.
Θέλω να ακούσω τις μυρωδιές που φοβάσαι να περιγράψεις.
Όπως τη μυρωδιά του πρώτου μας φιλιού
ή
όπως τη μυρωδιά του πρώτου μας έρωτα.
Θέλω να αγγίξω το δειλινό που χάνεται και που βυθίζεται στον ορίζοντα σαν μια στρογγυλή, ολοστρόγγυλη μπάλα πυρός που προσγειώθηκε στη Γη ετούτη.
Και έπειτα θέλω να αγγίξω τον Εφιάλτη του ανέγγιχτου.
Θέλω να δω την πικροδάφνη να λιώνει αργά αργά στο στόμα μου.
Να λιώνει
Να λιώνει
Να λιώνει.
Μα πιο πολύ
Θέλω να γευτώ
Ε σ έ ν α
Και να πιω γουλιά γουλιά
κάθε σπιθαμή από το γυμνό σου σώμα.
Θέλω απλά τα δύο θνητά μας σώματα να διαλυθούν
να αποσυντεθούν
και έπειτα
να μεταμορφωθούν
ξανά σε σάρκα και οστά
Και ύστερα
να βυθιστούν στο σκότος και στα δάση.
Θέλω η μορφή μου να γίνει αόρατη
Να ενωθεί με το μυαλό σου σε μία σταγόνα βροχής
Και έπειτα να ταξιδέψει μαζί της στον Χωροχρόνο των Ονείρων.
Σε μέρη που δεν έχουν χαρτογραφηθεί και δεν έχουν εξιστορηθεί ακόμα.
Αναλαμπές, περίεργα σύννεφα με οδηγούν σε χώρες αλαργινές
Και εγώ πετώ μαζί σου πέρα από τον ωκεανό
πέρα από εκεί που ξέρω να
κολυμπώ
πέρα από εκεί που ξέρω να μετράω.
Πέρα από εκεί που μπορώ-έστω- να ανασάνω.
Πέρα από εκεί που η παιδική μου ψυχή μπορεί να φανταστεί ή να διανοηθεί.
Οι αισθήσεις μου επαναστατούν
Όλες
Μία προς μία
Συγχυσμένες και ανάμεικτες
Όσφρηση, γεύση και ακοή
Αφή και όραση
Όλες
Μία προς μία
Μεθάνε και βυθίζονται στην Ουτοπία των Παιδικών μας Ονειράτων.
Θέλουν απελευθερωθούν από το θνητό μου σώμα, από το θνητό μου μυαλό, από τη θνητή, ταπεινή μου ύπαρξη.
Θέλουν να ανασάνουν και να αποκτήσουν υπόσταση ξεχωριστή από
τη δική μου.
Να μυρίζουν και αυτές το γιασεμί και να γευτούν τη βροχή που
πέφτει Που τρέχει Που εξατμίζεται Που ξυπνάει το χώμα και τον ουρανό Και ζωντανεύει τις μυρωδιές και τα πάθη Και έπειτα ανακατεύεται και ενώνεται με τον αέρα, τη γη, τον ουρανό, τον κόσμο όλο.
Θέλουν να ζωγραφίσουν και να χορέψουν και να φιλήσουν και να
χαϊδέψουν και να τραγουδήσουν Να φορέσουν λευκά , λιτά φορέματα και να ψάλλουν παρθένες μελωδίες Που εξυμνούν τις Ναιάδες και τις Νηρηίδες.
Με εγώ, παιδί προγόνων θνητών Δε θα μπορέσω να αγγίξω Την ορφική σου μουσική Ούτε να αντικρύσω Ούτε να ακούσω Ούτε να γευτώ
την
ο ρ φ ι κ ή
σου
σ υ ν α ι σ θ η σ ί α
...
(σε κάποιο παράλληλο σύμπαν)
...
Ένα
Δύο
Τρία
Εισπνοή
Εκπνοή
Φύσημα
Ξεφύσημα
Ανάβεις τσιγάρο
Σβήνω τσιγάρο
Σε κοιτώ
Με κοιτάς
Σου γελώ
Μου γελάς
Τα μεθυσμένα μάτια μου κλειδώνουν με τα δικά σου
Έστω για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου
Έστω για μερικά καρέ ταινίας στον κινηματογράφο του μυαλού μου.
Είμαι ζαλισμένη
Και εσύ εξίσου ζαλισμένος
Ζαλισμένοι
Ζαλισμένοι είμαστε όλοι τον κόσμο ετούτο
Ζαλισμένοι και ζαλισμένες και ζαλισμένα από την ταχύτητα, το αλκοόλ, τον έρωτα
Τα λουλούδια
Ω ναι
Τα λουλούδια
Με ρωτάς πως με λένε και σου απαντώ με το όνομα ενός λουλουδιού
''Ίριδα''
Και γελάμε και οι δύο
-Σκάμε στα γέλια βασικά.
Μου αρέσει η μουσική που ακούς
Μου αρέσει το πως γελάς
το πως γελώ
το πως γελάμε και οι δυο μαζί
ετεροχρονισμένα
μα και
ταυτόχρονα.
Μου αρέσει το πως με κοιτάς στα μάτια λες και δεν έχω μεθύσει
λες και με γνωρίζεις μέρες και νύχτες ολόκληρες
λες και στο βλέμμα μου ζωντανεύει
ένα ολόκληρο ανθολόγιο θερινών ταινιών
και
ονείρων.
Μαζί σου μεταφέρομαι σε ένα χρωματιστό, ευωδιαστό, ψυχεδελικό λιβάδι.
Στο οποίο εσύ με έχεις ξαπλώσει γυμνή πάνω από τους κίτρινους ασφόδελους
και τις μαβιές ίριδες
και τις κόκκινες παπαρούνες που είναι ποτισμένες στο πάθος
και στο παρθενικό μου αίμα.
Νιώθω τις αγριεμένες πεταλούδες να μου ανακατεύουν και να μου σουβλίζουν το μεταεφηβικό- ή σχεδόν ενήλικο- στομάχι
Μα αυτή τη φορά δε θέλω να ξεράσω-
θέλω να τις κρατήσω για πάντα μέσα μου
να τις απορροφήσει το πεπτικό μου σύστημα
να γίνουν ένα με τον εξίσου αγριεμένο οργανισμό μου.
Ο ήλιος πέφτει και εσύ απλά με χαζεύεις δίχως να μου μιλάς.
Ένα τρυφερό χαμόγελο έχει κολλήσει στα ημι-εφηβικά σου χείλη.
Τα δάχτυλα σου χαϊδεύουν απαλά το γυμνό μου στέρνο και
στέλνουν ανατριχίλες σε ολόκληρη τη σπονδυλική μου στήλη.
Με χαϊδεύουν τρυφερά
και
αθώα.
Μα εγώ σκέφτομαι ότι θέλω να εξερευνήσουν πρόστυχα κάθε πτυχή,
κάθε ευαίσθητο σημείο της γυναικείας μου ύπαρξης.
Μάλλον ακούς τη σκοτεινή μου σκέψη.
Κόβεις ένα λευκό γιασεμί και το τρίβεις στο κέντρο της θηλυκής σεξουαλικής μου ενέργειας.
Και εμένα
Μ ο υ κ ό β ε τ α ι η α ν ά σ α.
Ακούς;
Ακούς το πως τραγουδάει η ψυχή μου;
Ακούς το πως ανασαίνει το μυαλό μου;
Ακούς το πως με χρωματίζει ο έρωτας ;
Δε με ακούς μάλλον.
Απλά με χαζεύεις και με χαϊδεύεις και μου χαμογελάς τρυφερά.
Και εγώ στέκω αμίλητη εκεί, πάνω στις μαβιές ίριδες
και
στις κίτρινες ίριδες
και
στις γαλάζιες ίριδες.
Και στα αγκάθια.
Στα κοφτερά αγκάθια
Στα αγκάθια που σκίζουν τον παρθενικό μου υμένα.
Ο ουρανός ξαφνικά σκοτεινιάζει
μία αστραπή ανοίγει τη Γη στα δύο
και
μία ζοφερή φιγούρα αναδύεται από τον κάτω κόσμο και με απορροφά βίαια σε αυτόν.
Εγώ θέλω να ουρλιάξω ή έστω να σου πω ψιθυρίσω κάτι
κάτι
-έστω ένα αντίο-
κάτι.
Μα κάποια υποχθόνια δύναμη μου έχει κλέψει τη λαλιά.
Μεταμορφώνομαι σε μία σύγχρονη Περσεφόνη και εσύ σε έναν σύγχρονο Ορφέα.
Χάνεσαι στα δάση με τις Νύμφες, τις Βάκχες και τον Πάνα.
Κάθε που βραδιάζει και ο πύρινος ήλιος κρύβεται πίσω από τα αιώνια βουνά, εσύ με αναζητάς και παίζεις έναν θλιμμένο σκοπό στον αυλό σου για μένα.
Μα εγώ δε μπορώ να ακούσω την βουκολική σου μελωδία
Ακούω απλά το πως χτυπάει η καρδιά σου
Το πως χτυπά ακόμα για μένα
Το πως
η γεύση
η όραση
η ακοή
η όσφρηση
η αφή
Το πως όλες μου οι αισθήσεις επαναστατούν και συγχέονται και γίνονται ένα με την
ταπεινή
και
παρθένα
και
θνητή
και
ο ρ φ ι κ ή
Καληνύχτα Ορφέα
Εύχομαι να σε συναντήσω, μαζί με τις αισθήσεις σου
στον Χωροχρόνο των Ονείρων
ή έστω
στον Εφιάλτη του ανέγγιχτου.
Για πάντα δική σου,
Ίριδα
Cane Libero
Μάρτιος 2021
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου