Πορτογαλική Ψυχεδέλεια
Πορτογαλική Ψυχεδέλεια
Η ιστορία αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα του μυθιστορήματος μου ''Ηλιοβασίλεμα στην Τιχουάνα'' που κάποια στιγμή θα εκδώσω. Πρόκειται για την ιστορία τριών δεκαεννιάχρονων φίλων, της Δάειρας, του Λέανδρου και της Αναστασίας, οι οποίοι κατά τη διάρκεια μίας μεθυσμένης εξόδου τους στη Θεσσαλονίκη, σύναψαν μία συμφωνία με έναν μεγάλο ναρκέμπορα, τον Ριχάρδο. Έτσι, λοιπόν, ταξιδεύουν στην Πορτογαλία, στη Κολομβία και έπειτα στο Μεξικό προκειμένου να διακινήσουν μία τεράστια ποσότητα ναρκωτικών, αντιμέτωποι όχι μόνο με την αστυνομία και την τοπική μαφία, αλλά και με τους εσωτερικούς τους δαίμονες και πειρασμούς..
Άνοιξα προσεκτικά τα δύο μου μάτια , σαν να είχα έρθει μόλις στον θνητό κόσμο, σαν να με είχε μόλις γεννήσει ένα όμορφο μαβί αγριολούλουδο κάπου στον τροπικό Αμαζόνιο και εγώ αντίκρυζα για πρώτη φορά τις ομορφιές της θεάς Γης.
*Ο πίνακας ονομάζεται ''Νεκρή φύση με παλιό παπούτσι'' και είναι του αγαπημένου μου Ισπανού ζωγράφου Juan Miro.Χιλιάδες κόκκινα φωτάκια με περιέλουζαν νοερά. Μικρές, θαυματουργές λάμψεις φωτός, σαν να απέδρασαν απευθείας από τον Παράδεισο χόρευαν μπροστά στις ίριδες των ματιών μου.
Μπλε ίριδες
Ροζ ίριδες
Πορτοκαλί ίριδες
Μαβιές ίριδες
Μέσα από τα χρώματα και τις μυρωδιές αναδυόταν η Θεά Ίριδα, η αγγελιοφόρος των θεών με τα χρυσά της σανδάλια, και μου άπλωνε σαγηνευτικά τα μεταξένια ακροδάχτυλα της για να την ακολουθήσω.
Και εγώ είχα μείνει εκεί να την χαζεύω, προσπαθούσα να απλώσω τα δικά μου ημί-θνητα ακροδάχτυλα ώστε να ενωθούν οι παλάμες μας, να λιώσουν στο πάτωμα, να αναμειχθούν οι στάχτες μας και να αναδυθούμε σας μία οντότητα, σαν ένας χρυσός φοίνιξ.
Μα το σώμα μου αρνιούνταν να σηκώσει τα δαχτυλάκια μου και τότε η θεά Ίριδα χάθηκε μέσα στο πλήθος για να αναζητήσει κάποια άλλη ψυχή, περισσότερο πρόθυμη και αέρια, να χορέψει μαζί της.
Μάλλον είχα αρχίσει να παραλυρώ.
Νομίζω η Μεσκαλίνη ή η έξταση-
Ή το lsd -
Ή βασικά δε γνωρίζω ακριβώς τι-μάλλον ένα κοκτέιλ και από τις τρεις μαγικές αυτές ουσίες- είχαν αρχίσει να επιδρούν στον οργανισμό μου.
Μα δε με ένοιαζε καθόλου.
Βρισκόμουν στο μεγαλύτερο κλαμπ της Πορτογαλίας και στο τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρώπη, είχα χάσει τους φίλους μου και έπρεπε να σπρώξω τρία κιλά κόκας μέσα σε σαρανταπέντε λεπτά.
Ακούγεται σαν σενάριο κάποιας ψυχεδελιάρικης ταινίας του Holywood, αλλά ήταν πιο ειλικρινής, ημι-νηφάλια πραγματικότητα.
Η ζωή μας από όταν εκείνο το ευλογημένο ή και καταραμένο βράδυ- κανείς δε ξέρει άλλωστε την έκβαση αυτής της περιπέτειας-που συνάψαμε την συμφωνία με τον Ριχάρδο -άλλαξε 180 μοίρες και τρέχει με φρενήρεις, εξστατικούς ρυθμούς.
Ήμουν απλά ένα αμούστακο, άβγαλτο 19χρονο που βρέθηκε στη δυτικότερη πρωτεύουσα της Ευρώπης με ένα σωρό ναρκωτικά που έπρεπε να διακινήσει.
Μα για κάποιο λόγο δε φοβόμουν.
Δε φοβόμουν καθόλου, μπορώ να πω.
Απλά χόρευα, χόρευα χόρευα σαν μία ξεκουρδισμένη Χριστουγεννιάτικη κούκλά.
Χόρευα λες και μία χθόνια μάγισσα μου είχε κάνει ξόρκια και ένας μικρός μαβί δράκος δάμαζε το σώμα μου.
Η φωνή του Μόρισον σε αυτό το εκσατικό ρεμίξ με περιέλουζε και έστελνε συμπαντικές δονήσεις σε όλο μου το σώμα, σε όλη μου την ύπαρξη και την νιότη.
"Ο Μόρισον είναι σίγουρα ο πιο σέξυ άνθρωπος σε ολόκληρο τον πλανήτη και θα ήθελα να κάνω έρωτα μαζί του κάτω από πορτοκαλιές ασπίδες φωτός και ψυχεδελικές μουσικές- αν ζούσε ακόμα φυσικά, μα γιατί να μη ζει όμως, η νεκρανάσταση έχει συμβεί ήδη μία φορά, ο Μόρισον είναι ο Μεσσίας της εποχής μας, θα μας σώσει από την απαίσια ποπ και rnb και θα μας οδηγήσει στον Γη της Ψυχεδέλειας", μουρμούριζα όλη την ώρα στον εαυτό μου- ή ίσως και απλά να το σκεφτόμουν, γιατί αλήθεια τα χείλη μου δε μπορούσαν να σταματήσουν να χαμογελάνε και πιθανώς να μην ήταν ικανά να αρθρώσουν καμία λογική ανθρώπινη λέξη.
Η μαγεία ξεκινούσε από τον εγκέφαλο μου, διέστελλε τις κόρες των ματιών μου, μυρμήγκιαζε τις γωνίες του προσώπου μου, έκανε στεγνά τα κόκκινα μου χείλη, διέγειρε τις ρώγες μου που θάρευαν μέσα από το αστραφτερό γαλάζιο τοπάκι.
Ο κορμός μου στριφογύριζε αριστερά και δεξιά, τα χέρια μου έσχιζαν τον αέρα σαν πλοκάμια Μέδουσας και γαργαλούσαν τα μικρά νεραιδάκια που μου επιτιθόντουσαν. Οι γοφοί μου λικνίζονταν πυρετωδώς στους ρυθμούς της εξωφρενικής μουσικής που πλέον δεν έβγαζε κανένα απολύτως νόημα. Τα γόνατα μου που και που λυνόντουσαν και παραδίνονταν και αυτά στην κόλαση που με διακατείχε, ενώ οι αστράγαλοι και οι πατούσες μου νούμερο 37 και ένα τρίτο είχαν κοκκαλώσει στη χρωματιστή πίστα του κλαμπ.
Με λένε Δάειρα Σερέτη και βίωνα τον πιο δυνατό οργασμό της ζωής μου.
Έκλεισα τα μάτια μου ξανά προσεκτικά, σαν να αποχωρούσα μόλις από τον θνητό κόσμο, σαν ένα θλιμμένο, μπλεδί αγριολούλουδο να με ρουφούσε και να με έστελνε στον ποταμό Αχέροντα και εγώ αντίκρυζα για πρώτη φορά τη σκοτεινιά του Κάτω Κόσμου.
Εικόνες από μαϊμούδες που χόρευαν τζαζ, φορούσαν χρυσαφένιες ποδιές και είχαν λαμπερές μασέλες έπαιζαν ασταμάτητα στον κινηματογράφο του μυαλού μου.
Ροζ ουρανοξύστες που πέφταν και σχημάτιζαν πισίνες από σοκολάτα, κομφετί και κρυστάλλινη κόκα.
Μονόκεροι που κρατούσαν λεοπαρδαλέ σφυρίχτρες και κουνούσαν ρυθμικά τους γοφούς τους.
Ουρακοτάγκοι με φωτοστέφανο και λευκούς χιτώνες που απήγγειλαν ρητά από τον Οβίδιο, τον Πλάτωνα και τον Σεφέρη.
Μάλλον είχα αρχίσει να παραλυρώ.
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρυπάνι οικοδομής που είχε ξεχαρβαλωθεί από τις πολλές χρήσεις και τα δόντια μου έτριζαν σαν γρύλοι καυτής θερινής νυκτός.
Άνοιξα αστραπιαία τα μάτια μου και δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα πέρα από τα πολύχρωμα φωτάκια.
"Νομίζω τελικά πως όλη την αλήθεια τη βλέπεις άμα κλείσεις τα μάτια του σου και κοιτάξεις βαθιά μέσα σου" σκέφτηκα και διέταξα το σώμα μου να κουνηθεί, και αυτό , σαν την κολοκυθόαμαξα της Σταχτοπούτας με οδήγησε προς τα φιλαράκια μου, τους πιστούς μου συνοδοιπόρους.
Στην διαδρομή ανακατεύτηκα με τον κόσμο που χόρευε, έπινε ναρκωτικά, έκανε δημόσιο σεξ και έβγαζε σελφις. Άντρες με ξανθές περούκες έκαναν ακροβατικά σε πελώριους στήλους και ροζ πανιά, μικροί νάνοι με ποτιστήρια έριχναν γρεναδίνη και καμπάρι στους διψασμένους και κολασμένους θαμώνες και σαρανταποδαρούσες με ασημί ξυλοπόδαρα κάναν πασαρέλα.
Τα καύσιμα της κολοκυθοάμαξας μου σιγοέσβηναν οπότε εγώ τριγυρνούσα μέσα στο κλαμπ σαν τον χαμένο ναυαγό για αρκετή ώρα.
Έπινα σφηνάκια τεκίλα με επίγευση ανανά που με κερνούσε μία όμορφη Πορτογαλίδα στο μπαρ, επισκεπτόμουν συχνά την τουαλέτα για να ανανεώσω τα γκλίτερ που στόλιζαν το πρόσωπο μου και έπαιρνα τη σειρά από δεκαπέντε μεθυσμένα Αγγλάκια που θέλανε να κατουρήσουν-ή να ξεράσουν ή να λιποθυμήσουν, μόνο και μόνο για να θαυμάσω τη μαστουρωμένη ομορφιά μου στον καθρέπτη. Απέφευγα επιδέξια αγνώστους Ισπανούς, Μαροκινούς και Βραζιλιάνους που θέλαν να χορέψουμε αισθησιακά και σκαρφάλωνα σε μπάρες μαζί με τις τραβεστί και τους νάνους για να τραγουδήσω και να μπαιλάρω σε ρυθμούς σάλσα(να χορέψω) όπως λένε και οι Πορτογάλοι.
Ύστερα από πολλές ώρες- ή και μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, ο χρόνος τρέχει περίεργα όταν έχεις πάρει ναρκωτικά, άλλωστε, -εξουθενωτικής ψυχεδελικής αναζήτησης όπου το μυαλό, η καρδιά, τα δόντια και τα πόδια μου στρόφαραν με χίλια, επιτέλους, τους βρήκα.
Τους ξεχώρισα από μακριά, ήταν το πιο ιδιαίτερο και πολύχρωμο δίδυμο όλης της βραδιάς, πιο πολύχρωμο και από τα ξωτικά που χόρευαν σε ξύλινα κλουβιά τα οποία κρέμονταν από δύο ροζ κορδέλες από την οροφή του μαγαζιού.
Καθόντουσαν στον VIP χώρο με τα βελουτέ καθίσματα και τα συντριβάνια από Μαρτίνι και έπιναν αφρώδη ροζ σαμπάνια από κρυστάλλινα ποτήρια.
Ένας πίθηκος με κόκινο πουά παπιγιόν ανανέωνε το ποτό της Αναστασίας ανά δύο λεπτά και ένας γυμνός Αφρικανός με φύλλα δάφνης στο κεφάλι και λευκό κραγιόν χόρευε μάμπο με τον Λέανδρο.
Ύστερα από λίγο, ο Λέανδρος κόλλησε τον χοντρό του κώλο που τον στόλιζε ένα πορτοκαλί αστραφτερό σορτσάκι με πούλιες στο σώμα του Αφρικανού και χόρευαν μανιασμένα σαν μικρά ζωηρά διαβολάκια που μόλις είχαν αποδράσει από τον Άδη.
Ο Αφρικανός φίλαγε αργά και αισθησιακά τον χοντροκομμένο λαιμό του ενώ ταυτόχρονα λίκνιζε τους καυτούς γλουτούς του σαν σεληνιασμένος και δεν άργησαν να έρθουν τα πρώτα υγρά γλωσσόφιλα. Νομίζω πάντως πως ο Λέανδρος ήταν η πιο ερωτική παρουσία σε ολόκληρη την Λισαβόνα εκείνη τη νύχτα, πιο ερωτική και από τον σέξι Αφρικανό που τον πασπάτευε.
Ένα χαβανέζικο λευκό πουκάμισο με γαλαζοπράσινα παπαγαλάκια και τροπικές ορχιδέες έντυνε το ημίγυμνο στέρνο του. Ο Αφρικανός του είχε ξεσκίσει σχεδόν το μισό ύφασμα και οι καφέ τρίχες του ξεπρόβαλλαν σαν αγριόχορτα στην ζούγκλα.
Φορούσε τα μαβί βερσάτσε γυαλιά που είχαμε κλέψει από το αεροδρόμιο της Λισαβόνας, τότε που μας είχαν κυνηγήσει και εμείς είχαμε ξεκουρδιστεί στα γέλια και είχαμε κρυφτεί για 2 ολόκληρες ώρες στο κομμωτήριο του Αεροδρομίου, ανάμεσα από τις περούκες και τις βρωμερές οξυζενέ βαφές.
Θυμάμαι τότε είχαμε πιει τρεις γραμμές κόκας ο καθένας για να ηρεμήσουμε μετά τον εξονυχιστικό έλεγχο για ναρκωτικά που μας κάνανε στον Ελευθέριο Βενιζέλο οπότε δε καταλαβαίναμε και πολλά -μάλλον.
Τα μαβί γυαλιά του τα είχε συνδυάσει άψογα με τα ψεύτικα ρουμπίνια που στόλιζαν τα μυώδη δάκτυλα του, τα ασημένια σκαρπίνια του που τα είχε λιώσει από τον εξωφρενικό χορό και το τζίντζερ μαλλιά του που του τα είχαμε βάψει με ένα φτηνιάρικο σπρέι πριν μπούμε στο κλαμπ.
Ίσως το καλύτερο κομμάτι της διακίνησης ναρκωτικών, πέρα φυσικά από τις τζάμπα μαργαρίτες και τα Μάι Τάι και τα καιρπιρίνια και όλα αυτά πεντανόστιμα κοκτέιλ, πέρα από τα απογεύματα που απλά αράζαμε στις ξαπλώστρες του ξενοδοχείου μαστουρωμένοι και χαζεύαμε τις πυρόξανθες ανταύγες του ηλιοβασιλέματος να βυθίζονται στον Ατλαντικό Ωκεανό.
Πέρα από τα μεσημέρια που τα περνάγαμε βολτάροντας τριπαρισμένοι στον ζωολογικό και στο ενυδρείο της Λισαβόνας- το μεγαλύτερο της Ευρώπης παρακαλώ πολύ- και πέρα από τα δωρεάν αεροπορικά εισιτήρια για Πορτογαλία, Κολομβία και Μεξικό.
Πέρα από όλα αυτά, λοιπόν, θαρρώ ότι το καλυτερότερο κομμάτι της περιπέτειας μας ήταν οι μυστηριώδεις, οι τρελές, οι ανέμελες μεταμφιέσεις μας.
Πριν από κάθε επίσκεψη μας σε κλαμπ ή σε οποιοδήποτε τέλος πάντων μέρος οπού θα γινόταν η διακίνηση, θέταμε σε λειτουργία όλη την εφευρετική μας ικανότητα και την φαντασία που μας διακατείχε. Αγοράζαμε, δανειζόμασταν ή και συχνά κλέβαμε φανταχτερές περούκες, ακριβά κοσμήματα, φάνσι φορέματα, λουξ παπούτσια και ρουμπίνια, εντυπωσιακά γυαλιά ηλίου και φάνκι γραβάτες.
Παίζαμε για ώρες μπροστά από τον καθρέπτη όπου πειραματιζόμασταν με τα χρώματα, τις μπογιές και τα αρώματα ενώ ταυτόχρονα πίναμε μπύρες με γεύση τεκίλα. Όταν έδυε ο καυτός Πορτογαλικός ήλιος και ακουγόντουσαν οι πρώτες μεθυσμένες οχλαγωγίες από τα μαγαζιά , εμείς εξορμούσαμε στα ανηφορικά στενά της Λισαβόνας με τα πιο εντυπωσιακά, ψυχεδελικά και μη αναγνωρίσιμα- φυσικά- συνολάκια.
Και οφείλω να παραδεχτώ ότι εκείνο το βράδυ ο Λέανδρος μας είχε ξεπεράσει και τις δύο σε στυλ, φινέτσα και λάμψη. Μπροστά στην εκρηκτική του παρουσία, η Αναστασία θα περνούσε- σχεδόν- απαρατήρητη, Φορούσε μία μακριά μωβ τουαλέτα με μαύρο τούλι και παγιέτες, ολοστρόγγυλα μωβ αστραφτερά γυαλιά ηλίου έκρυβαν το μελαγχολικό πρόσωπο της και ένα, επίσης, μωβ καπέλο με μπλέ πέπλο στόλιζε το μικροσκοπικό της κρανίο. Κρατούσε ένα ποτήρι σαμπάνια στο ένα της χέρι και στο άλλο το σατέν της Coco Channel τσαντάκι που πιθανώς να είχαμε σουφρώσει από το εμπορικό της Λισαβόνας.
Είχε γύρει την λεπτεπίλεπτη της σιλουέτα στο μπαρ του VIP χώρου και δεν μπορούσα αλήθεια να διακρίνω αν κάτω από τα φανταχτερά γυαλιά της τα μάτια της ήταν ανοιχτά ή μισόκλειστα. Να ονειρευόταν, να τρίπαρε ή να λαγοκοιμόταν άραγε; Μάλλον το τελευταίο, γιατί με το που έκανα αυτήν την αθώα, αστεία σκέψη, τα μακρόστενα δάχτυλα της άνοιξαν και το κρυστάλλινο ποτήρι της γλίστρησε από το χέρι της και έπεσε στο πάτωμα σπάζοντας σε χίλια μικρά θρύψαλα.
Και μάλλον η Αναστασία όντως κοιμόταν, γιατί δε φάνηκε να πήρε χαμπάρι από το συμβάν αυτό.
Εγώ συνέχιζα να τους κοιτάζω τριπαρισμένη και εξστασιασμένη, μία έντονη παρόρμηση αναδύθηκε μέσα μου και κυρίευσε όλο μου το σώμα, ήθελα απλά να τρέξω σαν μία λεοπάρδαλη στη καυτή Σαχάρα και να πέσω πάνω στις αγκαλιά τους. Να ενωθώ, να γίνω ένα με τα μικρά θρύψαλα στο πάτωμα, με τον Αφρικανό που πασπάτευε τον Λέανδρο, με τη μαϊμού που σέρβιρε την Αναστασία.
Και το έκανα. Έθεσα σε λειτουργία όλα τα εναπονείμαντα καύσιμα κολοκυθίσιας ενέργειας που έτρεχαν ακόμα στον αιματικό οργανισμό μου, πήρα φόρα και με έναν ακροβατικό πήδο- θα έλεγε κανείς ισάξιο με εκείνους που βλέπουμε στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όρμησα στον VIP χώρο.
Την απεριόριστη χαρά μου, το μαστουρωμένο χαμόγελο που είχε κολλήσει στα λεπτά μου ροζ χείλη και την φρενίτιδα που με διακατείχε σταμάτησαν δύο πελώριοι φρουροί, οι οποίοι με είχαν αρπάξει τα δύο μου μπράτσα.
Τότε, τότε ακριβώς, οι δείκτες του ρολογιού πάγωσαν, έλιωσαν και εξατμίστηκαν στη χαοτική, αποπνικτική ατμόσφαιρα. Εγώ είχα μείνει εκεί, τ ρ ι π α ρ ι σ μ έ ν η και π α ν έ μ ο ρ φ η , να χαζεύω τους γιγαντιαίους φρουρούς με το αστραφτερό κουστούμι, τα μπράτσα, τα μαύρα Gucci γυαλιά ηλίου και την αμείλικτη έκφραση να με κρατάνε σφιχτά από τα μπράτσα ενώ χιλιάδες μικρές, λευκές μπαλίτσες κρυστάλλινης λευκής κόκας ξεχυνόταν στο πάτωμα.
'Ήταν λες και κάποια από τα ξωτικά που κρέμονταν από το ταβάνι είχαν πατήσει το stop στο τηλεχειριστήριο του Χωροχρόνου για να μας περιπαίξουν και, έτσι, όλα κυλούσαν με υπερβολικά αργούς ρυθμούς. Τα άκρα μου είχαν μουδιάσει και αρνιόντουσαν να κάνουν τη παραμικρή κίνηση, ενώ εγώ απλά έβλεπα τη κόκα να ξεχύνεται από την αριστερά και δεξιά τσέπη της φούστας μου, να ξεχύνεται, να ξεχύνεται, και να πέφτει στο λείο πάτωμα του κλαμπ. οι φρουροί να με κοιτούν με το ίδιο αμείλικτο βλέμμα, ενώ ο μπάρμαν κάνει πανικόβλητα νοήματα, ο Λέανδρος να κοντεύει να κάνει σεξ με τον Αφρικανό στο δίπλα κάθισμα σαν να μη συμβαίνει απολύτως τίποτα και η Αναστασία να κοιμάται με ορθάνοιχτο το στόμα ενώ η μαιμού-σερβιτόρος της πιάνει το στήθος και της κλέβει τα ταμπόν και τις παστίλιες από το τσαντάκι της.
Και τότε, κάποιο δόλιο ξωτικό πάτησε το fast-forward στο τηλεχειριστήριο, τα μεγάφωνα άρχισαν να παίζουν εκωφαντικά δυνατά το '' A State Nearby'' από την Stella και όλα ξεκίνησαν να κυλάνε με φρενήρεις ρυθμούς. Έριξα μια δυνατή κλωτσιά στα αχαμνά του δεξιού φρουρού, του πιο γιγαντιαίου και αμείλικτου, απελευθέρωσα τα μουδιασμένα μου άκρα και βάλθηκα να τρέχω μέσα στο ναρκωμένο πλήθος.
Ξαφνικά, όλα τα φώτα του κλαμπ άναψαν , ένα προς ένα. Λευκές λάμψεις φωτός τύφλωσαν τα τριπαρισμένα μάτια μου και άρχισαν να με ξυπνούν βίαια από την μέθη και τη ζάλη. Τα πολύχρωμα εξστασιαμένα ξωτικά, οι σαρανταποδαρούσες με τα ασημί ξυλοπόδαρα, οι άντρες με τις ξανθές περούκες, οι τραβεστί, οι μικροί νάνοι πέσαν και ξεψύχησαν στο πάτωμα και μετενσαρκώθηκαν σε απλούς, θνητούς αδιάφορους σερβιτόρους και χορευτές.
''Νομίζω πως θα ξεράσω'' , σκέφτηκα και με μία κίνηση λύγισα τα γόνατα μου στα δύο και προσπάθησα να βγάλω κάποιο είδους πολύχρωμου υγρού αναμειγμένου με ροζ κομφετί από το ξεραμένο στόμα μου.
Μα ήταν μάταιο.
Κάποιο πειναλέο χέρι με αίσθηση γλιτσερού πλοκαμιού από θαλάσσιο τέρας προσπάθησε να με αρπάξει, μα εγώ το έσπρωξα μακριά μου και συνέχισα να τρέχω ενάντια στο Χωροχρόνο, ενάντια στη νηφάλια πραγματικότητα, ενάντια στους φρουρούς της διψαλέας νύχτας.
Με την περιφερειακή μου όραση εντόπισα την Αναστασία να τρέχει λίγο παραπίσω με τη μωβ τουαλέτα της ημί-σκισμένη και λίγο παρά δίπλα τον Λέανδρο, ο οποίος φορούσε πλέον μόνο το πορτοκαλί αστραφτίζον μποξεράξι του. Έτρεχε και αυτός σαν τον τρελό κατάδικο, έτρεχε σαν να τον κυνηγούσαν αιματηρές νυχτερίδες του Αμαζονίου , ενώ η χοντρή τριχωτή κοιλιά του πήγαινε πάνω κάτω και ο σέξυ Αφρικανός προσπαθούσε να αποσπάσει ένα τελευταίο, ζουμερό φιλί από τα ξεβαμμένα χείλη του.
Όλο το κλαμπ πλέον μας κοιτούσε σαν να ήμασταν τα πιο βρώμικα και συνάμα αστεία μιάσματα της κοινωνίας, άλλοι μας έδειχναν με το δάχτυλο με μία σοκαρισμένη έκφραση αντάξια ήρωα Αρχαίας Τραγωδίας και αναφωνίζοντας ''desgracia'' (= αίσχος στα Ισπανικά). Οι υπόλοιποι θαμώνες είτε μας έβγαζαν σέλφι και ξεκαρδίζονταν σε βροντερά γέλια, είτε απλά συνέχιζαν να πίνουν αδιάφορα το ποτό ή τα ναρκωτικά τους, που πιθανώς εμείς τους είχαμε πουλήσει στην τελική.
'Υστερα από αρκετά λεπτά κλεφτοκυνηγητού που εμένα μου φάνηκαν μία ατελέιωτη αιωνιότητα, καταφέραμε και πλησιάσαμε προς την πολυπόθητη έξοδο το κλαμπ.
''Salida'' 'έγραφε με χρωματιστά, νέον γράμματα πάνω από την πελώρια, μεταλλική πόρτα και με το που έσφιξα το χερούλι στα μικρά μου, ημί-θνητα ακροδάχτυλα ένιωσα μία ανάσα ελευθερίας και -σχεδόν- νηφαλιότητας να με διακατέχει.
Και ναι, επιτέλους, ήταν αλήθεια. Ο εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες -σχεδόν- τελείωσε.
Κατάφερα να ορμήσω στην έξοδο με όλο μου το είναι και πάτησα τα κολλημένα πέλματα μου στο δάπεδο του πεζοδρομίου. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα κατέφτασε και η Αναστασία ασθμαίνοντας, η οποία μου ψιθύρισε σχεδόν ημί-λιπόθυμη και με το μωβ κραγιόν της να καλύπτει πλέον όλο της το πρόσωπο:
''Πιάσανε τον Λέανδρο''
Γύρισα το κεφάλι μου 180 μοίρες και αντίκρυσα έναν Λέανδρο μανιασμένο, να χτυπάει το χέρι του φρουρού το οποίο κρατούσε το φωσφοριζέ μποξεράκι και να τρέχει προς την έξοδο γυμνός, παντελώς γυμνός, όπως ήρθε στον μεγαλειώδη κόσμο ετούτο.
Με κοίταξε με το πιο τρελαμένο και όμορφο βλέμμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου, μου χάρισε ένα τεράστιο χαμόγελο με το χαρακτηριστικό κενό στη μπροστινή του οδοντοστοιχία και βγάζοντας μία πολεμική ιαχή, ούρλιαξε:
''Vamos, Δάειρα, vamos''
Τότε, εγώ παντελώς αυθόρμητα έσκασα στα γέλια και συνεχίζαμε να τρέχουμε στα κολασμένα, γραφικά Πορτογαλικά στενά με το μεθυσμένο φεγγάρι να μας χαμογελά και να λικνίζει τη χάρη του φλερτάροντας με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
Τρέχαμε για ώρα πολύ χωρίς να ξέραμε το γιατί, οι φρουροί του κλαμπ είχαν σταματήσει να μας κυνηγάνε από το πρώτο μόλις στενό αφότου βγήκαμε από το μαγαζί.
Το βράδυ κυλούσε σαν αστραπή που σκίζει το διαγαλαξιακό πέπλο και όταν φτάσαμε στις πρώτες ανηφόρες της Alfama, η οποία είναι μία ανηφορική γειτονιά της Λισαβόνας που οδηγεί στους επτά της λόφους, σταματήσαμε να πάρουμε μερικές ανάσες.
''Τι ακριβώς έγινε;'', με ρώτησε ο Λέανδρος που πάσχιζε να πάρει μία ανάσα, ενώ εξακολουθούσε να είναι παντελώς γυμνός.
'' Ήμουν τριπαρισμένη, θεώρησα πως με ένα τρελό μου σάλτο θα καταφέρω να πηδήξω πάνω από τους φρουρούς των VIP και να φτάσω στην αγκαλιά σας, αλλά μάλλον υπολόγισα λάθος'' , είπα μισογελώντας.
''Με πιάσαν από τα μπράτσα, μου χύθηκε όλη η κόκα που έπρεπε να σπρώξουμε από τις τσέπες και με αυτά και με αυτά μου έφυγε και όλη η μαστούρα. Τζάμπα χαλάσαμε όλη τη μεσκαλίνη'', συνέχισα.
''Και τώρα τι θα κάνουμε;'', με ρώτησε , προφανώς ανήσυχος, προφανώς ξενερωμένος που το ταξίδι μας και η αποστολή μας με τα ναρκωτικά στράβωσε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα εξαιτίας δικής μου επιπολαιότητας και απροσεξίας.
''Θα πάρω τον Ριχάρδο μόλις ξημερώσει, θα του πω ότι ήταν δική μου μαλακία και θα καλύψω τη ζημιά με δικά μου έξοδα.''
''Μα αυτό θα σου κοστίσει το λιγότερο χίλια ευρώ ρε Δάειρα.''
''Τόσα θα βγάλουμε, Λέανδρε, το ένα χιλιάρικο είναι το τελευταίο που με νοιάζει μπροστά σε αυτή την εξστατική βραδιά'', αναφώνησα και έστρεψα το βλέμμα μου προς το μέρος της Αναστασίας, περιμένοντας να ακούσω τη δική της νιαουρίσια γκρίνια. Μα την είχε πάρει ο ύπνος, για τρίτη φορά μέσα σε λίγη ώρα, στην είσοδο μίας χρωματιστής πολυκατοικίας.
Ξεκινήσαμε να ανηφορίζουμε τα πλακόστρωτα δρομάκια της Alfama δίχως να μιλάμε, απλώς αφουγκραζόμασταν τους μεθυσμένους ήχους από τα μαγαζιά και την βοή της τρελής αυτής πόλης που σιγά σιγά έσβηνε για να υποδεχτεί το πορτοκαλένιο χάραμα.
Λίγο πριν ξημερώσει φτάσαμε στον πρώτο λοφίσκο και ξαποστάσαμε σε κάτι πεζούλια. Με όση δύναμη μου είχε απομείνει, έβαλα τα χέρια μου στο πεζούλι, σήκωσα το σώμα μου και σκαρφάλωσα σε ένα πετρώδες ύψωμα.Ο Λέανδρος αντέγραψε πιστά τις κινήσεις μου και σκαρφάλωσε δίπλα μου, ενώ η Αναστασία, χαροπαλεύοντας και παραπατώντας ξάπλωσε στην αγκαλιά του γυμνού Λέανδρου.
Το φεγγάρι μας αποχαιρέτησε γλυκά και χάθηκε κάπου πίσω από τον μπλεδί Ωκεανό, ο ουρανός άστραψε και οι πρώτες ακτίδες φωτός άρχισαν να φαίνονται στην ατμόσφαιρα. Ροζ, μαβί, πορτοκαλί ανταύγειες του φωτεινού μας κέντρου ξεκίνησαν να χαϊδεύουν απαλά τα τρυφερά μας πρόσωπα μέχρι που ο ήλιος ανέτειλε ανάμεσα από τις θάλασσες και τους ωκεανούς και φώτισε όλον μας τον κόσμο.
Γύρισα να τους κοιτάξω. Ο Λέανδρος είχε κλείσει τα βλέφαρα του και ένα χρυσό χαμόγελο τρεμόπαιζε στα βαμμένα του χείλη, ενώ η Αναστασία έστεκε εκεί με το στόμα ακόμα ορθάνοιχτο.
Ήθελα να τους πω ότι τους αγαπάω όσο τίποτα άλλο στον κόσμο και ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά δεν ήθελα να χαλάσω την πρωινή σιγή και έτσι απλά το κράτησα μέσα μου, ενώ χάζευα τον ήλιο να ξετυλίγει το πύρινο μεγαλείο του σε όλη την πλάση. Η θάλασσα αστράφτιζε σαν μικρά, επουράνια διαμαντάκια και με προσκαλούσε να κολυμπήσω σε αυτήν , να ξεπλύνω τη μέθη και τις σκοτεινές μου αμαρτίες.
Ήταν περίπου 6 το πρωί, μέσα Μάϊου στη Λισαβόνα και εγώ ήμουν σχεδόν μαστουρωμένη
σχεδόν νηφάλια,
σχεδόν-
η και παντελώς-
ευτυχισμένη.
Cane Libero
Ίριδα (Δαγρέ) Παππά
Απρίλιος 2021
**To βιντεάκι είναι δικό μου// η φωτογραφία αποτελεί χορηγία της google
***Η εξστατική φωνή του Μόρισον δε θα σταματήσει ποτέ να με εμπνέει να δημιουργήσω και να ζήσω..
****Η Stella είναι μία φανταστική Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που αξίζει όλοι να ακούσετε!




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου