Φωσφορίζοντα Φεγγάρια

ι ρ ι δ ι σ μ ο ί

Ταξίδι με τον ηλεκτρικό Οδυσσέα 011

Ταξίδι με τον ηλεκτρικό Οδυσσέα 011





Αντανάκλαση
Ανάκλαση του αστικού, ατέρμονου
Απολλώνιου φωτός
Μα εγώ δε μπορώ ούτε να το
αγ γ ί ξ ω

                                  Αθήνα, Οκτώβριος 2021
             Cane Libero






Στα δάση της αστικής προσήλωσης
Το να σε αναζητώ σε λάμπες φθορίζοντες 
Που εκπέμπουν νοσταλγία και ανάγκη για χορό
Φαντάζει 
μ
ά
τ
α
ι
ο

Στους νορβηγικούς ιστούς της αφαλάτωσης
Κάθε απόπειρα μου να αναπαραστήσω
Τη νεκρή σου φύση
(βυθισμένη)
σε 
χ
α
ν
τ
ά
κ
ι

Συνάδει με την ελπίδα μου να βιώσω ξανά
Το πόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός σου πριν τη δύση
    Και πόσο αστράφτουν τα μάτια σου
Λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος μέσα μου

Στο παραμύθι της μυστικής (μας) πόλεως
Όπου το πορτοκαλί χαϊδεύει το γκρι
Λίγο πριν τις εφτά παρά άπειρο
Η φωνή εκείνου του ραψωδού
ακόμα στοιχειώνει
τους ήχους του εσωτερικού μου δωματίου

Κι σε εκείνη τη μαύρη την τρύπα τη διαγαλαξιακή
 που ο ηλεκτρικός ανταμώνει με το κλεινόν το άστυ
θα αντικρύσουμε μαζί, πιασμένοι χέρι χέρι, 
(ωσάν άγγελοι που πέσαν από το επουράνιο παλάτι τους)
τη σκληρή αμφίεση της
παγερής
α λ ή θ ε ι α ς.

Μα όσο την χαζεύουμε αποσβολωμένοι
 Από τα λαβωμένα της οστά
Από τις θλιβερές της πέτρες κι απολιθώσεις

 Οι πόρτες του ηλεκτρικού
 κ λ ε ί ν ο υ ν
και η βαλίτσα που κρατώ
γλιστράει 
μέσα από τα δύο μου χέρια
(όπως κι εγώ μέσα από τα δικά σου)
και 
πέφτει 
και 
χάνεται
 στο
 κενό
στο
 κενό
στο

κ 
ε
 ν
 ό




Δε πρόλαβα να επιβιβαστώ στο όνειρο
Κανείς μας δε πρόλαβε

(μ'ακούς;)

Κ α ν έ ν α ς 

(μας)


Ο κόσμος τρέχει πανικόβλητος

Τρέχει
Τρέχει
Τρέχεις
(που πας)
Τρέχω
Τρέχω
Τρέχω κ εγώ μαζί σου

Μα συνεχώς σκοντάφτω μπροστά στα πόδια σου.

-Όλη μας η ζωή μία μόνιμη φυγή από τους εαυτούς μας
Μία μόνιμη φυγή από αυτό που μοναχά φαντάζει αληθινό
λιτό
και
όμορφο-

Όλοι τρέχουν

Μονάχα ε γ ώ δεν επιβιβάστηκα στο όνειρο

Οι συρμοί του τελευταίων τραίνων
που όλο κάπου φεύγουν
(όλοι κάπου φεύγουμε
συνεχώς
και 
διαρκώς

μ'ακούς;

όλο κάπου φεύγουμε)

Αυτοί οι απαίσιοι οι συρμοί
που
αλήθεια στο λέω

ΔΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ

Μη μου λες να σωπάσω

Σ-κ-ά-σ-ε γαμώ το κεφάλι μου

Σ-κ-ά-σ-ε

Δ-Ε-Ν αντέχω άλλο
τα καταπιεσμένα ουρλιαχτά

Δ-Ε-Ν τις αντέχω άλλο τις κραυγές του ψιθύρου
Θέλω να ξεφύγω από τις απατηλές εικόνες του ονείρου
Να βυθιστώ στην άβυσσο τούτη του απείρου


Μα
όλα γύρω μου γυρίζουν
βουίζουν
γυρίζουν
βουίζουν

(θέλω απλά να ξεράσω όλες σου τις σιωπές μπροστά στα πόδια σου)

Βουίζουν εκκωφαντικά στο φλομωμένο μου μυαλό
βουίζουν
γυρίζουν
βουίζουν

Σταμάτα σε παρακαλώ
Σταμάτα
Οδυσσέα
Σταμάτα 
να παίζεις με τον ασκό του Αιόλου
Άσε το τραίνο να απλώσει τα μαύρα του πανιά
και να σαλπάρει
στο αρχιπέλαγος των Αιολίδων Νήσων

Κι ας μην επιβιβαστώ μέσα σε αυτό

Σ τ α μ ά τ α 

Τα ώτα μου θα σπάσουν

(δύο δευτερόλεπτα αργότερα)

Τα ώτα μου μάτωσαν, Οδυσσέα, 
Μάτωσαν ωσάν νεκρές
πεταλούδες του Αμαζονίου
Το μόνο τραγούδι που ακούω
(πια)
είναι αυτό του 

θ ρ ή ν ο υ.

Πέρα από αυτό

Σ ι ω π ή

Μοναχά
Νυχτερινή και παγερή

Σ ι ω π ή

Καλλιθέα
19:32_Λίγο πριν το μ η δ έ ν 
                                         

Μουδιασμένη και κουφή
Φτύνοντας αίμα κι οργή
Νιώθοντας μονάχα ήττα
Γιατί τα βουητά των αλαφιασμένων τραίνων
 Γκρεμοτσάκισαν 
Τις πεταλούδες μου

Αποχωρώ από τον ηλεκτρικό

(Επόμενος σταθμός:

α μ π ε λ ό κ η π ο ι)

Εξαντλημένη κι άστεγη
με τις πεταλούδες νεκρές στα δύο μου χέρια

Ψελλίζοντας διαρκώς πως

-Μη φοβάσαι
έλα κοντά

δε θα σε πληγώσουν οι οδυρμοί του Ομήρου-

Νως

 Όλα αυτά 
(μας) τελείωσαν

μ'ακούς;

Ο έρωτας μας
(μας) τελείωσε.


Οπότε εμένα δε μου μένει παρά μόνο να ψελλίσω πως

(με μία πλέον ανάσα
καθότι η φωνή μέσα μου
έχει πεθάνει)

Εκεί που το μωβ 
αγγίζει το μπλε
και οι πολυκατοικίες φαντάζουν πιο μεγάλες
μα η μουσική  ηχεί πιο δ υ ν α τ ά

Λίγο μετά την Αλεξάνδρας
και λίγο πριν τη τρίτη στάση του μετρό

Λίγο πριν χάσω το βαγόνι της επιστροφής
για να ξυπνήσω ηττημένη από το όνειρο

Λίγο πριν πατήσω το πόδι μου
στο τσιμέντο
που τώρα όμως

το νιώθω
σαν το πιο όμορφο γρασίδι του κόσμου

γιατί εσύ αποβιβάστηκες
σε λάθος σταθμό

(ή ίσως και στον σωστό-
κανείς δε ξέρει
αραγε)

κι εγώ ανασαίνω επιτέλους 
ε λ ε ύ θ ε ρ η


Λίγο πριν ο εφιάλτης σβήσει
και λίγο πριν φανεί το πρώτο φως της Αυγής

Οι πεταλούδες θα αναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες
Θα ανοίξουν  τα φτερά τους ξανά
Και θα φέρουν τη τελευταία φθινοπωρινή 
βροχή
στην 
Κ ί ν α


Για να σηματοδοτήσουν επιτέλους
το άδοξο μας τέλος
(κι ας το είχαν ήδη σημάνει οι συνθήκες)

Και για να ξαναγεννηθώ
μέσα από όσα
βάλθηκαν
να με διαλύσουν
-μα δε τα καταφέρνουν και ποτέ άλλωστε.

Η αυλαία πέφτει

Το όνειρο (μας)

τ ε λ ε ί ω σ ε

.
.
.

Θεσσαλονίκη
Σημείο μ η δ έ ν



(Στα τελευταία καρέ του εφιάλτη

Μπλεγμένοι κι οι δυο στα απαράμιλλα μυστικά (μας)
Αλληλοσυγκρουόμενοι με όσα απλώνονται κοντά (μας)

Θα χορεύουμε με ρυθμούς Ιαπωνικής ντίσκο
Στη Μπολόνια
Η κάπου στα ανατολικά
της Τυρρηνικής Θάλασσας
και θα σε ικετεύω για ένα τελευταίο ταγκό
για ένα τελευταίο αντίο
μία τελευταία αγκαλιά

Σε υπερατλαντικά πλοία
που ενώνουν
καθεδρικούς ναούς που καίγονται στην 
Αντίπαρο
με μία μικρή πόλη
που στενάζει από υγρασία
κι
ενοχές
κάπου στα μέσα 
της Στερεάς Ελλάδας
θα γυρνάμε τσιγάρα, τραγούδια και βλέμματα γεμάτα ελπίδες που κάηκαν πριν προλάβουν καν να ανθίσουν κάποια Άνοιξη
που θα μοσχοβόλαγε παπαρούνες και μελανό λινάρι.
Μα η ελπίδα μας κάηκε Οδυσσέα
κάηκε
κάηκε
κ
ά
η
κ
ε


Κάηκε και πυρπόλησε μαζί της κι όσα γεννήθηκαν μέσα μου για σε

Μα εγώ θα ξυπνήσω πριν
προλάβω να πιστέψω ότι όλα αυτά
είναι α λ ή θ ε ι α

Οι πεταλούδες θα φτερουγίζουν έξω από το παράθυρο της ψυχής μου
ανακατεμένες με τα πουλάκια της αστικής μου ζούγκλας
και ως  μόνη σου ανάμνηση
θα στέκει το λιγοστό, θνητό σου αίμα 
πάνω στα πολύχρωμα φτερά τους

Αντίο, λοιπόν, Οδυσσέα

Καλό ταξίδι στο νησί της εξωτικής Ωγυγίας και στο Αρχιπέλαγος του Μακρινού Ονείρου
Μονάχα που ε γ ώ
αυτή τη φορά 
ΔΕ θα αποβιβαστώ σε αυτό

Καλό ταξίδι)


Ωγυγία, Αύγουστος 2021



ακολουθεί υστερόγραφο



Υ.Γ.1: Δε μου λείπεις πια
Στις αναμνήσεις έβαλα φωτιά
Αλήθεια προτιμώ τη μοναξιά
Παρά μία βίαιη αγκαλιά
Που στοιχειώνει τα δειλινά μου σαν σκιά

Αν με ψάξεις θα με βρεις στη ποταμιά
Να προσπαθώ να σφάξω την οχιά
Που με πνίγει στον ύπνο σαν θηλιά
Βάλε, βάλε φωτιά
Σε όσα σκεπάζουν τα όνειρα μου σαν καπνιά

Σφίξε και σήκωσε τη γροθιά
Ενάντια στην αστική σκλαβιά
Μην αρκείσαι στη συναισθηματική σκουριά
Σε λίγο θα σβήσει η μαύρη καταχνιά

Τα πορφυρά φεγγάρια θα ταξιδέψουν μακριά
Το χάραμα θα φανεί ο ήλιος ξανά
Να αντιφέγγει πίσω από τα στενά
Να χαϊδεύει τα μικρά παιδιά
Κι εγώ γυμνή στους δρόμους να φωνάζω μοναχά
  
πως θέλω να αγγίξω
τούτη την ανέγγιχτη την 
λ ε υ τ ε ρ ι ά

...

 (Μακάρι να μπορούσα να συναντήσω τον εαυτό μου στο τέλος της Αλεξάνδρας, τούτη την βρωμερή μέρα του Οκτώβρη, και να του ψιθυρίσω πως μετά το σκοτάδι έρχεται πάντοτε το φως...Γιατί τελικά ήρθε...
Θα έρχεται για πάντα....)


Σαμοθράκη, λίγο πριν την Αυγή του ονείρου


Ίριδα(Δαγρέ)Παππά
Cane Libero
 Δεκέμβριος 2021




*όλες οι φωτογραφίες είναι δικές μου και τραβήχτηκαν Αθήνα(Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης η πρώτη, Καλλιθέα η δεύτερη), Θεσσαλονίκη, ΓαύδοΣαμοθράκη 
**Το gif προέρχεται από το tumblr
***Καλό ταξίδι με τον ηλεκτρικό Οδυσσέα 011

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις